Του δε Μεγάλου Βασιλείου του έτερου που σας είπα, τα διηγήματα υπάρχει το εξείς:
Ο Μέγας Βασίλειος ήταν ένας οποίος γύριζε και στην πλέον τελευταία ενορία και σε εσπερινούς πήγαινε και σε όρθρους απρόοπτα επήγαινε!
Ένα βράδυ ευρέθηκε σε ένα χωρίο. Όταν μπήκε μέσα προσκύνησε και μπήκε στο Ιερό.
Ο Πάτερ ελέγετο Μιχάλης. Έριξε μια ματιά ο Μέγας Βασίλειος στον κόσμο που ήτανε το βράδυ στον εσπερινό. Και του λέει Παπά Μιχάλη τον μπάρμπα Γιώργη δεν τον βλέπω, ζει η εκοιμήθει;
Ήτο ένα γεροντάκι που ήτο θαμών, πάντοτε της Εκκλησίας και τον γνώριζε και ο Σεβασμιότατος τον γνώριζαν όλο ο κόσμος σαν ένα ευσεβή άνθρωπο του χωριού εκείνου.
Απαντά ο Παπά Μιχάλης λέγει:
Πως ζεί λέει Σεβασμιότατε, ζεί, δεν τον βλέπω λέει απόψε στην Εκκλησία, γιατί μήπως είναι άρρωστος;
Λέγει, όχι λέει και μάλιστα έχει και αρκετό καιρό να έρθει. Και γιατί δεν έρχεται;
Δεν ξέρω λέει, και δεν ερώτησες γιατί δεν έρχεται; Τι του συμβαίνει του ανθρώπου;
Εν πάση περιπτώσει να σου ένας μικρός του λέγει ο Μέγας Βασίλειος, έλα εδώ του λέει. Πήγαινε στο σπίτι του μπάρμπα Γιώργη, και πές του αν αδειάζει τον ζητάει ο Δεσπότης στην Εκκλησία να έρθει στην Εκκλησία.
Πράγματι σε λίγο το γεροντάκι με την μαγκουρίτσα του με την τραγιασκούλα του με το ρουχαλάκι του τσούκου-τσούκου έρχεται προσκυνάει και περίμενε εδώ μόλις τελείωσε ο εσπερινός του έβαλε μετάνοια, του λέει ανησύχησα του λέει μπάρμπα Γιώργη. Ξέρω ότι είσαι πάντοτε εδώ, πώς δεν ήρθες απόψε στην Εκκλησία και έμαθα μάλιστα από τον παπά Μιχάλη ότι έχεις και καιρό να έρθεις τι σου συμβαίνει, μήπως συμβαίνει τίποτα; Είσαι καλά στην υγεία σου;
Με την ευχή σου λέει Σεβασμιότατε είμαι καλά!
Ε τότε γιατί δεν έρχεσαι στην Εκκλησία;
Τι συμβαίνει με την Εκκλησία κάτι σου συμβαίνει; Ε… δεν είναι! Δηλαδή άστο όπως θα λέγαμε, πήδα το, ας το αντιπαρέλθουμε μην το συζητούμε.
Κατάλαβε λοιπόν ο Άγιος ότι κάτι συμβαίνει! Του λέει παπά Μιχάλη πήγαινε προς το σπίτι εσύ και θα έρθω εγώ θα τα πώ λίγο με τον μπάρμπα Γιώργη και θα έρθω. Βγάνει πετραχήλι λοιπόν ο Μέγας Βασίλειος και του λέγει: «Επί επιτραχηλίου, πές μου τι συμβαίνει και δεν έρχεσαι στην Εκκλησία;».
Κόκαλο!
Εφόσον τον εδέσμευσε με το πετραχήλι και όταν λέμε επί επιτραχηλίου δηλαδή είναι εξομολόγησης πλέον δεν πρόκειται να το μάθει κανένας. Εν πάση περιπτώσει άρχισε ο γέρων και του λέει το εξής:
Ξέρετε λέει Σεβασμιότατε ένας φόνος που έγινε εδώ προ τριών μηνών;
Λέει το ξέρω!
Ξέρετε ότι δεν ευρέθη ο φονιάς;
Λέει και αυτό το ξέρω!
Ξέρετε λέει ποιός τον σκότωσε αυτόν;
Λέει αυτό δεν το ξέρω.
Ο παπά Μιχάλης τον σκότωσε!
Ο παπά Μιχάλης τον σκότωσε;
Ναί, ο παπά Μιχάλης τον σκότωσε!
Ε πως τον σκότωσε;
Είχανε τίποτα διαφορές;
Άκουσε πώς έγινε λέει:
Το βράδυ είμαστε στον εσπερινό και κάτι ελογομάχησαν εκεί και βγήκαμε προς τα έξω. Στην πόρτα από έξω που βγήκαμε ξανά είπανε μερικά λόγια και ο παπά Μιχάλης τον επείλησε αυτόν και έβγαλε μια σουγιά από αυτήν που έχει προσκομίζει εκεί και δεν ξέρω πως έγινε σατανική ήταν η ώρα και του κάνει προς τα εκεί την σουγιά και τον τρύπησε λέει τον άνθρωπο στην καρδιά και έπεσε λέει κάτω.
Κόκαλο ο Μέγας Βασίλειος! Μπορώ τώρα εγώ του λέγει Σεβασμιότατε να ‘ρθω στην Εκκλησία και να πάρω αντίδωρο από τα χέρια αυτά τα ματωμένα που εγώ ξέρω ότι είναι ματωμένα;
Του λέει έχεις δίκιο, σε καταλαβαίνω απόλυτα! Όμως διότι το πρωί του λέει θα είμαι λειτουργός εδώ εγώ στην Εκκλησία, θα είναι και ο παπά Μιχάλης βέβαια αλλά θα είμαι εγώ λειτουργός στην Εκκλησία εάν θέλεις του λέει έλα.
Θα έρθω με την ευχή σου Σεβασμιότατε, θα έρθω!
Ο μπάρμπα Γιώργης, δεν ήταν ο άνθρωπος που περίμενε να χτυπήσει τρίτη καμπάνα να πάει στην Εκκλησία, πήγαινε μπροστά από τον παπά στην Εκκλησία. Και κατά το συνήθειο του την άλλη μέρα το πρωί, πήγε πρίν έρθει είχε ανοίξει ο νεωκόρος και είχε χτυπήσει η καμπάνα και πριν έρθει ο παπάς ακόμα ο γέροντας είχε έρθει και ήρχετο και στεκόταν εδώ δεξιά στο αναλόγη πάντοτε με την μαγκουρίτσα του την τραγιάσκα επάνω και καθόταν εκεί προσοχή, ούτε καρέκλα ούτε τίποτα.
Αποτέλεσμα!
Ήρθε δεν ήταν κανείς στην Εκκλησία και κοιτούσε προς τα εδώ, άκουσε σε μια στιγμή και ήρχετο κάποιος γύρισε να δει ποιός είναι αυτός ο κάποιος που έρχεται και βλέπει ότι ήταν ο παπά Μιχάλης, αλλά τρόμαξε!
Ο παπά Μιχάλης ερχότανε στην Εκκλησία και είχε στην πλάτη του εδώ επάνω στον ώμο του τον άνθρωπο αυτόν τον σκοτωμένο. Όπως ο τσομπάνος φέρνει το αρνί στην πλάτη όπως ο Χριστός μας φέρνει το απολωλώς στην πλάτη, έτσι έφερνε αυτός χωρίς να καταλαβαίνει τίποτα, μπήκε εδώ έκανε ένα σταυρό και από εκεί μπήκε μέσα με τον άνθρωπο αυτόν ριγμένο στην πλάτη του.
Κόκαλο!
Γιατί να κουβαλάς έναν άνθρωπο στην πλάτη και να κινείσαι με τέτοια ευχέρεια, αυτό πρόκειται περί θαύματος. Κοκάλωσε λοιπόν και κάθισε εκεί, κάθισε εκεί για να δεί το εξελισσόμενο περί τίνος πρόκειται τι γίνεται εδώ. Ήρθε ο Δεσπότης έπειτα και λοιπά και λοιπά… Ξέρετε ότι οι Ιερείς βγαίνουνε έξω και παίρνουνε καιρό που λέμε. Προσεύχονται εδώ, προσεύχονται εκεί ανοίγουν την ωραία Πύλη γυρίζουν στον κόσμο και ζητάνε συγνώμη και έπειτα πηγαίνουν μέσα και ντύνονται και κάνουνε την Ιερουργία.
Αυτός παρακολουθεί από εδώ. Ήρθε λοιπόν ο παπά Μιχάλης από έξω μαζί με έναν άλλον και με τον διάκο και λοιπά, κάναν αυτά τα πράγματα και έπειτα μπήκαν μέσα.
Εκεί όμως δεξιά της Αγίας Τραπέζης, ήσαντε δύο ψηλοί λευκοί και πιάνει ο ένας από τα ένα μέρος από τα πόδια τον σκοτωμένο και ο άλλος από το κεφάλι και τον βγάζουνε από την πλάτη του παπά Μιχάλη, ο παπά Μιχάλης φοράει τα ρούχα του τα άλλα της Ιερουργίας και άστραφτε σαν άγγελος.
Αυτοί πήρανε το λείψανο αυτό και καθίσαν στην άκρη και το κρατούσαν εκεί οι δυό τους.
Ο παπά Μιχάλης μέσα κάνανε ότι έπρεπε να κάνουνε μέσα εις την Εκκλησία, κάνανε προσκομιδή τα λοιπά και λοιπά έγινε Λειτουργία, μίλησε ο Μέγας Βασίλειος περί μετανοίας, πράγματα, θαύματα και ο άνθρωπος σώζεται και δεν δυσκολεύεται ο άνθρωπος από την αμαρτία του κλήρου και λοιπά, γιατί αυτός ήξερε τι γίνεται.
Αποτέλεσμα είναι ότι ο μπάρμπα Γιώργης εδώ κολλημένος βλέπει στο τέλος παρακολουθεί κατέλυσαν τα πάντα και λοιπά, ο παπά Μιχάλης πάει να φορέσει τα μαύρα του τα δικά του πλέον για να βγεί έξω να φύγει βλέπει ότι δύο λευκό-φορεμένοι αυτοί ξανά του το φορτώνουνε επάνω τον σκοτωμένο και βγήκε έξω σαν να μην συμβαίνει τίποτα.
Κατάλαβε λοιπόν τώρα ότι ναι μεν σαν άνθρωπος κληρικός είναι αμαρτωλός και έχει αμαρτίες επάνω του εφόσον και αυτός δεν εξομολογείτε, γιατί και αυτοί εξομολογούνται, τις δικές τους αμαρτίες οι παπάδες δεν μπορούν να τις συγχωρήσουν, συγχωρούν των αλλωνών τις δικές τους δεν μπορούν να τις συγχωρήσουν για αυτό ο Ιάκωβος λέει: «εξομολογείσθε αλλήλοις τα παραπτώματα», είναι για τους παπάδες δεν είναι για εμάς που λένε οι προτεστάντες «ίνα ιαθήτε» και ο ένας να λειτουργεί για τον άλλον. Είναι για τους Ιερείς αυτή η δουλειά.
Τον καλεί λοιπόν τον μπάρμπα Γιώργη τώρα ο Μέγας Βασίλειος και του λέει πως τα βλέπεις σήμερα από εχθές το βράδυ του λέει τα πράγματα, πώς τα φαντάζεσαι του λέγει, θα έρχεσαι εις την Εκκλησία;
Αυτό που είδα λέει Σεβασμιότατε θα έρχομαι και θα παραέρχομαι και θα έρχομαι λέει και γρηγορότερα και θα προσεύχομαι και για αυτόν να μετανοήσει και να σωθεί.
Αλλά ο κόσμος ψάχνει να βρεί καθαρά χέρια, ψάχνει να βρεί κολάρα λευκά, ψάχνει να βρει πανεπιστήμια από το εξωτερικό.
Βρε ο ποιό λιγδωμένος παπάς να είναι, Ορθόδοξος να είναι, πετραχήλι ορθόδοξο να έχει και ο ίδιοςδεν ξέρω τι θα είναι, να έχει χειροτονηθεί Ορθόδοξα, είναι παντοδύναμος!
Ιεροκήρυκας Δημήτριος Παναγόπουλος †
ΕΡΓΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ: https://bit.ly/3dQkEgA
⬇️ Κάνε εγγραφή στο newsletter για να ενημερώνεσαι πρώτος
