«Ἤμασταν στό Μετόχι μᾶς (ἐντός τοῦ Ἁγίου Ὄρους) μέ ἕναν παραδεφλό ἱερομόναχο. Ὅταν ἄρχισε νά βραδυάζη πήγαμε στό κελλί καί κάναμε μαζί τό Ἀπόδειπνο. Ἀκοῦμε ἔξω ἀπό τήν πόρτα ψιθυρισμούς ἔντονους. Ὑπέθεσα ὅτι θά εἶναι κάποιοι περαστικοί καί περίμενα ἄν χτυπήσουν τήν πόρτα, νά τούς ἀνοίξω, ἀλλά δέν χτύπησαν. Μόλις τελειώσαμε, ρώτησα τόν παπᾶ ἄν ἄκουσε κι αὐτός τούς ψιθύρους. Μοῦ ἀπάντησε «ναί». Βγήκαμε ἔξω στήν ἀπλωταριά νά δοῦμε ἄν φαίνεται κανείς ἀπέναντι στόν δρόμο, ἀλλά δέν ὑπῆρχε κανείς. Τότε ἀκούσαμε μιά ὀχλοβοή σάν νά μιλᾶνε μεταξύ τους πολλοί ἄνθρωποι μιά γλῶσσα ἀκαταλαβίστικη, κάτι σάν Ἀράβικα, ἐνῶ ἐρχόταν οἱ φωνές μέσα ἀπό τή ρεματιά.
Καταλάβαμε πλέον ὅτι ἦταν δαιμονικός πειρασμός καί ἀρχίσαμε νά τραβᾶμε κομποσχοίνι. Τότε οἱ φωνές σταμάτησαν καί ἀκουγόταν ἡ φωνή κάποιου ποῦ κάτι ψιθύριζε. Μόλις σταματούσαμε τό κομποσχοίνι, οἱ φωνές ἄρχιζαν πάλι. Αὐτό ἐπαναλαμβανόταν. Ἴσως, ἐκεῖ ἦταν παλαιό εἰδωλεῖο, ἡ ἔγινε κάποιος φόνος καί ὁ πειρασμός ἔχει ἐξουσία».
Από το βιβλίο «ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ», Σελ. 368-369, Με τις ευλογίες του Γέροντος Εὐθυμίου, Καψάλα, Ἁγίου Ὄρους και του Ὶερόν Ὴσυχατήριον «Ἄγιος Ίωάννης ὸ Πρόδρομος».
Ακολουθήστε μας
Κάνε ΔΩΡΕΑΝ εγγραφή στο newsletter για να ενημερώνεσαι πρώτος ⬇️
