Ο Γέροντας Ιωσήφ ο σπηλαιώτης (♰1959) πάλεψε σκληρά με τους δαίμονες, όσο ζούσε στην έρημο του Αγίου Όρους.
Όκτώ χρόνια, διηγείται, είχα πόλεμο με τα σαρκικά πάθη. Κάθε νύχτα με βασάνιζαν τάγματα δαιμονικά με ξύλα, τσεκούρια και ότι άλλο. Άλλος τραβούσε τα γένεια μου, άλλοι τα μαλλιά, τα πόδια, τα χέρια· και όλοι τους φώναζαν: «Πνίξτε τον! Σκότωμα!». Ορμούσαν με σπαθιά, με αξίνες, με φτυάρια και μπαλτάδες, φωνάζοντας: «Όλοι επάνω του!».
«Πρόφτασε, Παναγία μου!», φώναζα. Κι άρπαζα έναν από αυτούς και τον πέταγα πάνω στους άλλους. Έσπαγα τα χέρια μου στα ντουβάρια. Και μόνο με το όνομα του Χριστού και της Παναγίας γινόταν άφαντοι.
——
Μια μέρα μας επισκέφθηκε στον Άγιο Βασίλειο, όπου μέναμε τότε, κάποιος γνωστός μας κοσμικός. Τη νύχτα τον έβαλα να κοιμηθεί στο κελλάκι μου. Οι δαίμονες συνηθισμένοι να επιτίθενται σε εμένα, όρμησαν τώρα σε αυτόν και τον άρχισαν στο ξύλο. Ο άνθρωπος έφριξε. Έβαλε τις φωνές. Εγώ κατάλαβα κι έτρεξα αμέσως.
– Τι είδες; τον ρώτησα.
– Οι δαίμονες με σκότωσαν στο ξύλο! Παρα λίγο θα με έπνιγαν!
– Μη φοβάσαι, δικές μου ήταν και καταλάθος απόψε τις έφαγες εσύ.
Ύστερα του είπα μερικά φαιδρά, για να τον ηρεμήσω, μα στάθηκε αδύνατον. Κοίταζε τρομαγμένος ολόγυρα και παρακαλούσε:
– Άφησε με να φύγω!
Μεσάνυχτα τον οδήγησα στην Αγία Άννα κι επέστρεψα.
—–
Με τέτοιο πόλεμο και αγώνα πέρασαν τα οχτώ χρόνια.
Από το ξύλο, πού έδινα κάθε μέρα στο σώμα μου για τον σαρκικό πόλεμο, καθώς κι από την νηστεία, την αγρυπνία και τα άλλα αγωνίσματα, έγινα πτώμα κι έπεσα άρρωστος.
Απελπίστηκα πια πώς δεν θα νικήσω τα πάθη και τους δαίμονες.
Κάποτε, λοιπόν, καθώς ήμουνα καθισμένος, άνοιξε η πόρτα. Προσευχόμουνα σκυφτός και δεν γύρισα να κοιτάξω. Νόμισα πως άνοιξε ο π. Αρσένιος. Ξαφνικά, όμως, νιώθω από κάτω μου ένα χέρι να με ερεθίζει για ηδονή.
Κοιτάζω, και τι να δω! Το δαίμονα της πορνείας ολοζώντανο! Ορμάω πάνω του σαν σκυλί και τον αρπάζω. Τέτοια μανία τον είχα. Ένιωσα στο χέρι μου τις τρίχες του σαν του χοίρου.
Ο δαίμονας εξαφανίστηκε, αλλά ο χώρος γέμισε βρώμα. Από τη στιγμή εκείνη έφυγε μαζί του και ο σαρκικός πόλεμος. Έγινα τόσο απάθης, όσο ένα βρέφος.
Εκείνο το βράδυ μου έδειξε ο Θεός την κακία του σατανά. Ήμουνα πολύ ψηλά, σε ένα ωραίο μέρος. Από κάτω ήταν σαν πλατεία και κοντά η θάλασσα. Οι δαίμονες είχαν στήσει μυριάδες παγίδες και, καθώς περνούσαν οι μοναχοί, έπεφταν σε αυτές. Άλλος πιανόταν από το κεφάλι, άλλος από το πόδι, το χέρι, τα ρούχα.
Ο βύθιος δράκοντας είχε έξω από τη θαλασσα το κεφάλι του και έβγαζε φωτιά από το στόμα, τα ματια και τη μύτη. Χαιρόταν, βλέποντας τους μοναχούς να πέφτουν.
– Βύθιε δράκοντα, φώναξα, έτσι μας απατάς και μας παγιδεύεις;
Όταν συνήλθα, ένιωσα χαρά, γιατί είδα τις διαβολικές παγίδες, αλλά και θλίψη για τους κινδύνους και τις πτώσεις μας. Από τότε είχα μέσα μου μεγάλη ειρήνη. Αλλά δεν ησυχάζει αυτός. Έστρεψε τους ανθρώπους εναντίον μου. Χρειάζεται αγώνα αυτή η ζωή. Αν θέλεις να κερδίσεις, θα αγωνιστείς, όχι αστεία!
Παλεύεις με τα ακάθαρτα πνεύματα, που δεν σου ρίχνουν γλυκά και λουκούμια· ρίχνουν σφαίρες, που θανατώνουν όχι το σώμα αλλά την ψυχή.
Από το βιβλίο «ΟΙ ΔΙΑΜΟΝΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥΣ», με τις ευλογίες της ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, Σελ. 216-218, «Μάχες και νίκες», https://www.imparaklitou.gr
Κάνε εγγραφή στο newsletter για να ενημερώνεσαι πρώτος
