Τη νύχτα του ’78 προς το ’79 ήρθε ένας άγγελος στον κάθε άνθρωπο και του εσέρβιρε από έναν ταχυδρομικόν σάκον λέγοντας του ότι μέσα εδώ έχει 365 γράμματα, 365 επιστολές ηριθμημένες.
Θα ανοίγεις από μία την ημέρα.
Δεν ξέρω αν ξέρετε οι ναυτικοί και οι στρατιωτικοί και οι άλλοι δεν γνωρίζουν την αποστολή τους που πάνε, του δίνει 10 φάκελα και λέει, πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος.
Ανοίγει τον πρώτον λέει θα μπείς από εδώ θα πάς φερι πην στην Αίγινα.
Στην Αίγινα θα ανοίξεις τον δεύτερον πηγαίνει εκεί και του λέει θα πάς στην Κρήτη.
Στην Κρήτη θα ανοίξεις τον τρίτον, ανοίγει τον τρίτον και του λέει θα πάς στο Μπάρι της Ιταλίας τούτο το άλλο, χωρίς να ξέρει αυτός, χωρίς να έχει ανοίξει τους φακέλους οδηγείτε ανοίγοντας φάκελο κοιμάται ήσυχος, όπου με πει θα πάω.
Εμείς τι κάνουμε τώρα ανοίγουμε όλους τους φακέλους όλων των ημερών τώρα και κάνουμε ένα κεφάλι σαν πεντακοσάρικο βαρέλι, και περιμένεις έπειτα να έχεις κέφι να προσευχηθείς, να έχεις κέφι να σκεφτείς, ψυχής, τι να σκεφτείς;
Και αν ήτανε έτσι, και την άνοιξη και έρχεται χειμώνας και έρχεται καλοκαίρι και τούτο και θα μας δεχτούν και θα μας κάνουν…
Βρε ποιός σου είπε ότι θα ξημερώσει.
Μην σε γελάει ο διάβολος και σου κάνει αυτά τα πράγματα.
Δόξαζε τω Θεών!
Από το να πεθάνεις παραπάνω έχει;
Δεν έχει παραπάνω, όταν πείς ορίστε κύριε διάβολε, γιατί αυτός έρχεται και σου λέγει να βάλεις την πλάτη σου γιατί εάν δεν βάλεις εσύ την πλάτη σου και την λογική σου και την εξυπνάδα σου και την φροντίδα σου δεν γίνεται τίποτα για να σου σβήσει το Θεό από την μέση να μην έχεις εμπιστοσύνη σε Αυτόν αλλά στον εαυτό σου, για να σε τρελάνει.
Και έχουμε κοσμάκη και κόσμο ο οποίος υποφέρει εξαιτίας αυτού του πράγματος.
Μη έχοντας εμπιστοσύνη στον Θεόν.
Τι να στον κάνω λοιπόν τον χρόνον αυτόν που είναι χειρότερος, γιατί λένε ορισμένοι είναι χειρότερος ο χρόνος, όχι ο χρόνος είναι αφηρημένη έννοια, τι πάει να πεί ο χρόνος.
Η ζωή σου, η ζωή μου, η ζωή του είναι τέτοια που χαρακτηρίζει τον χρόνο, ο χρόνος ο καημένος δεν φταίει τίποτα.
Εμείς κάνουμε μια ζωή τέτοια τρελή και έτσι χαρακτηρίζουμε και τους χρόνους.
Χρυσού λέει αιώνας του Περικλέους, τι έκανε τον χρύσωσε;
Ζούσαν οι άνθρωποι διαφορετικά, αυτό είναι, λοιπόν και εσύ αν θελήσεις να ζήσεις διαφορετικά λές Δόξα συ ο Θεός!
Δεν πρόκειται να σου κανένας τίποτα!
Αλλά δεν σκέφτεσαι ότι θα πεθάνεις αυτό δεν του φαίνεται ότι φταίχτης ότι ήρθες να πεθάνεις και πεθαίνεις για να ζήσεις. Δεν σκέφτεσαι ότι είσαι ένοικος της γής και όχι κάτοικος της γής. Αν τα σκεφτείς αυτά όλα σβήνουν ο σατανάς πάει στην άκρη και λες Δόξα συ ο Θεός αν θέλεις με ξημερώνεις!
Δεν θέλεις να με ξημερώσεις εδώ θα με ξημερώσεις κάπου αλλού, κανόνισε τα Εσύ!
Αν θέλεις με βραδιάζεις, δεν θέλεις να με βραδιάσεις καλός να σε βρω!
Έτσι πρέπει να φιλοσοφήσει ο άνθρωπος και έτσι να σκεφτεί ο άλλος, εκείνο που θέλω από εσένα Χριστέ μου να μου υπενθυμίσεις τις αμαρτίες μου και να με βοηθήσεις να μην χρεωθώ άλλο.
Διότι όταν έχουμε ένα χρέος, κοιτάμε να βγάλουμε αυτό το χρέος, μας το κανόνισε με δόσεις ο Χριστός και εύχομαι να το βγάλουμε και εφάπαξ το βγάζουμε αρκεί εμείς να μετανοήσουμε ειλικρινά και να τα εξομολογηθούμε όλα.
Αλλά όταν όχι μόνο δεν βγάζουμε από το χρέος αλλά βάζουμε και άλλο, τότε που θα βγούμε που θα πάμε;
Γιατί αυτό συμβαίνει σε εμάς.
Πολλοί άνθρωποι έπρεπε να έχουμε πεθάνει πολύ γρηγορότερα. Όμως για να μη, να μην τον κατηγορήσουμε τον Χριστό και του βρίσκουμε δικαιολογίες, ξέρεις εγώ αν δεν έπαιρνες θα έκανα θα έφτιαχνα, όπως και ο Ηρώδης, δεν μπορούσε του Ηρώδη να του κόψει τα πόδια;
Και να μην βρεθεί στην ανάγκη να φύγει να πάει στην Αίγυπτο;
Άστον τον Ηρώδη για θα μου λέει αύριο με πάταξες και δεν με άφησες να μετανοήσω, άστονε και ας φύγω εγώ, κάνω τον μικρότερον εγώ.
Έτσι κάνει και ο Χριστός στις περιπτώσεις αυτές και μας καθιστά αναπολόγητους…
Ιεροκήρυκας Δημήτριος Παναγόπουλος †
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ – ΕΚΔΟΣΕΙΣ
Εκδόσεις Νεκτάριος Παναγόπουλος
Τηλέφωνο: +30 210 32 24 819
E-mail: hi@npanagopoulos.gr
⬇️ Κάνε εγγραφή στο newsletter για να ενημερώνεσαι πρώτος
